Γίναμε
φίλοι καλοί με το Γιάννη
μες
στη θητεία κοινοί οι καημοί.
Ίδια
ματιά για του κόσμου την πάλη,
όμοιες
απόψεις μας για τη ζωή.
Τέλος
θητείας, μεγάλη η χαρά μας,
όμως
κι η λύπη μας τού χωρισμού.
Είχαμε
όλη τη νιότη μπροστά μας
και
προσμονή ενός κόσμου καλού.
Ήρθε
ο πόλεμος, ντύθηκα πάλι,
μπήκαν
στην άκρη τα σχέδια ζωής,
με
ξιφολόγχη στο κρύο, στη λάσπη
δώσαμε
μάχες, αγώνα τιμής.
Ήρθαν
οι Ούννοι, στη χώρα οδύνη,
τρόμος
και πείνα, βαριά η σκλαβιά,
μ’
έφερε πάλι στην Πίνδο η ευθύνη,
για
την Πατρίδα τα πάντα δεκτά.
Βρήκα
στα όρη το φίλο μου Γιάννη
με
τους αντάρτες στην πρώτη γραμμή,
και
στα διαλείμματα, λόγια και πάλι
για
κοινωνία καινούρια, σωστή.
Διαχειριστήκαμε
λίρες Εγγλέζων,
τίμια,
άδολα και καθαρά,
για
οικογένειες των σκοτωμένων,
αδελφοσύνη
και ανθρωπιά.
Μες
στων μαχών τούς καπνούς και τη μπόρα
έχασα
πάλι το Γιάννη, μακριά.
Όταν
οι Ούννοι αφήσαν τη χώρα,
άρχισαν
νέα, εμφύλια δεινά.
Πάνω
στα ερείπια ήρθε η διχόνοια,
θέλαν
κι οι Άγγλοι λιρών «πληρωμή»,
πρόθυμα
βρήκαν εγχώρια πιόνια,
κάναν
βαθύτερη την πληγή.
Βάρβαρα
χρόνια, κι ας φύγαν οι Ούννοι,
χόρτασα
τ’ άδικο και το διωγμό,
τρέξαν
δοσίλογοι, βγήκαν οι σπιούνοι
κι
ήταν ο βούρδουλας το ευχαριστώ.
Κύλησαν
χρόνια και ήρθε το εξήντα,
όλα
τα όνειρα απατηλά,
για
μεροκάματο ως την Αθήνα,
χτίζαν
και ρέματα μες στα βουνά.
Σ’
ένα θηρίο των πέντε ορόφων
άρχισα
δάπεδα και μωσαϊκά,
θέα
ωραία κατάφυτων λόφων,
σίγουρα,
ήταν πολλά τα λεφτά.
Δεύτερη
μέρα και ξάφνου μπροστά μου
ήρθε
ο φίλος μου ο καρδιακός,
άνοιξα
διάπλατα την αγκαλιά μου,
ήταν
ο Γιάννης. Στεκόταν βουβός.
Άκομψα
δάκρυα, βλέμμα σβησμένο,
μπόρεσε
δύο κουβέντες να πει,
κάτι
ψελλίσματα για πεπρωμένο,
κάτι
πως έφταιγε ώρα κακή.
Ήταν
δικό του αυτό το θηρίο,
ομολογία
και ενοχή,
άνοιξε
η μνήμη εκείνο τ’ αρχείο,
δυο
κάσες λίρες που είχαν χαθεί.
Θλίψη
αφόρητη μες στην ψυχή μου,
δε
βρήκα λέξη, στο Γιάννη να πω,
μόνο
αντίο στο φίλο που σβήνω,
απελπισία
και δάκρυ πικρό.
(Κι
αν έρθουν νύχτα οι σκοτωμένοι,
όλα
εκείνα τ’ αγνά τα παιδιά,
και
τον ρωτήσουν απορημένοι
πού
πήγαν τόσα ιδανικά;)
Τώρα
εδώ, στου σπιτιού μου την κόχη,
τρέχει
και φεύγει γοργά η ζωή,
τρέχει
κι η μνήμη σε όλα τα όχι,
κάποτε
η φτώχεια μου με λοιδορεί.
Αφήγηση
του Γιώργου Κ. (1915-1985) που, ως το τέλος,
αγανακτούσε με την τιμιότητά του, από
την οποία δε
μπόρεσε ποτέ να …απαλλαγεί.